ευαισθητοποιός

1. αυτός που καθιστά κάτι ευαίσθητο
2. ιατρ. α) αυτός που προκαλεί ευαισθητοποίηση
β) «ευαισθητοποιός ουσία» — ουσία την οποία παράγουν τα κύτταρα τού οργανισμού όταν αντιδρούν στην επίδραση τών μικροβίων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευαίσθητος + -ποιός (< ποιώ), πρβλ. αγαθο-ποιός, κακο-ποιός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -ποιός — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγική δύναμη, που συνδέεται με το ρ. ποιῶ. Η παραγωγική σχέση μεταξύ τού ρ. ποιῶ και τών συνθέτων σε ποιός δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το… …   Dictionary of Greek

  • ευαισθητοποιία — η [ευαισθητοποιός] ιατρ. βλ. ευαισθητοποίηση …   Dictionary of Greek

  • ευαισθητοποιητικός — ή, ό [ευαισθητοποίηση] ιατρ. αυτός που προκαλεί ευαισθητοποίηση, ο ευαισθητοποιός …   Dictionary of Greek

  • ευαισθητοποιώ — έω [ευαισθητοποιός] (για την ευαισθητοποιό ουσία) καθιστώ κάτι ευαίσθητο …   Dictionary of Greek

  • στερεωτής — ο, ΝΑ [στερεῶ, ώνω] αυτός που στερεώνει κάτι νεοελλ. 1. (μικρβλ.) η ευαισθητοποιός ουσία 2. (φωτογρ.) χημική ουσία που χρησιμοποιείται για την στερέωση τών φωτογραφιών …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.